Ξέρω ότι
είσαι εδώ.
Μπορεί να
φανεί αστείο, όμως αν το σκεφτείς θα δεις πως πριν κάποια χρόνια που ήσουν εδώ,
εγώ δεν ήμουν.
Δεν ήμουν
τουλάχιστον κάπου που να μπορώ να προσδιορίσω.
Όταν
λοιπόν βγήκες εδώ με κλάματα χαράς, όπως γλιστράμε όλοι μας σε τούτονε τον
κόσμο, εγώ ήμουν κάπου αλλού.
Νομίζω
στην έχω πει την ιστορία.
Ήταν
πολλά εκείνα που δεν με θέλαν στο εδώ.
Όμως η
Μοίρα που ότι γράφει δεν ξεγράφει το έλεγε ξεκάθαρα.
Και να που
τα κατάφερα και γλίστρησα και ήρθα.
Και αυτή
η μοίρα μονάχα την αρχή ξέρει να υφαίνει. Μικρές προτάσεις σε λευκό χαρτί που
αν τις δεις από μακριά φαίνονται σαν κουκίδες.
Κουκίδες
που μόνο ο δρόμος της ζωής μπορεί να τις ενώσει.
Εγώ
λοιπόν μικρός ζωγράφος, άμαθος από σχέδιο και σκίτσα, αποπειράθηκα να ενώσω τα
κομμάτια της δίκης μου ζωής.
Ωστόσο
δεν μου υπέδειξαν πως το μολύβι αυτό που ενώνει, κάποια στίμη από την συνεχή
περιστροφή του στην μελανή οπή μιας αχόρταγης ξύστρας που δίνει ζωή
κατασπαράζοντας, θα τελείωνε.
-
Τι χάος Θεέ μου… Μήπως σας περισσεύει ένα μολύβι να συνεχίσω τη
ζωή μου;
Καμία απάντηση…
Είμαι
ακόμα πολύ μικρός και έχει ένα σωρό πιτσίλες αυτός ο άτιμος καμβάς. Κάποιες
μικρές, κάποιες πιο μεγάλες όλες όμως αποτελούμενες από μόρια γράμματών και
κύτταρα λέξεων. Πως θα τον ολοκληρώσω χωρίς μολύβι; έχω μια ζωή μπροστά μου, ο
χρόνος τρέχει και εγώ περιμένω, τι περιμένω;
-
Ένα μολύβι ρε γαμώτο!
Έκλαψα
και πόνεσα πολύ. Κατηγόρησα τους άλλους, κατηγόρησα το θεό, την μοίρα που
έπαιξε μαζί μου λες και ήμουν μία χαζή και άψυχη μαριονέτα ενός γελοίου
τσίρκου.
Κατηγόρησα
ακόμη και τον ίδιο τον καμβά. Τόσο που τον πήρα και τον έκρυψα όσο πιο βαθιά
μπορούσα. Τον έκρυψα με τέτοια επίμονη που ακόμα και για μένα θα ήταν αδύνατο
να τον εντοπίσω.
-
Έτσι θα ζήσω, χωρίς καμβά! Τι να τον κάνω; Ένας μπελάς
λιγότερος!
Όμως
χωρίς αυτόν άρχισα περιέργως να βυθίζομαι σε έναν ωκεανό που δεν ξέρω πως και γιατί
βρέθηκα εγώ σε αυτόν ή αυτός βρέθηκε σε μένα.
Κολυμπούσα
για χρόνια σαν τρελός στην ηρεμία αυτής της απέραντης θάλασσάς μήπως και
καταφέρω να βγω σε μία γλυκιά στεριά πρώτου πνίγω.
Ώσπου
έχασα την ελπίδα, απελπίστηκα εντελώς και αφέθηκα στα χέρια του
συνειδητοποιώντας πως ο ωκεανός αυτός είναι αδύνατο να με πνίξει. Έκλεισα τα
μάτια, ξάπλωσα πάνω του σαν κούτσουρο με την σκέψη μου κενή και την ψυχή μου
άδεια μέχρι που με ξέβρασε σε μία ακρογιαλιά χωρίς καλά – καλά να το
καταλάβω.
Σύρθηκα
στην ακτή όντας κάτι λιγότερο από ζωντανός και ίσως κάτι παραπάνω από πεθαμένος.
Έπειτα από αυτή την βασανιστική περιπέτεια έριξα το κορμί μου στην γη σαν
τσουβάλι, πήρα βαθιές ανάσες ξαπλωμένος στην άμμο, ηττημένος καθόλα απλά
επιβίωνα χωρίς να το θέλω. Σας ορκίζομαι πως ήμουν αποφασισμένος να μείνω έτσι
μέχρι τέλους. Δεν ξέρω πως όμως ξεπρόβαλε μέσα μου ένα ψήγμα ελπίδας δίνοντας
μου κίνητρο να γράψω με τα χεριά μου στην άμμο "βοήθεια" μήπως
περάσει κάτι από ψηλά, το δει και με σώσει.
Άδικος
κόπος… ούτε πουλί δεν πέταξε από πάνω για μέρες ολόκληρες.
Κοιτώντας
την λέξη «βοήθεια» να αργοσβήνει κάθε απόγευμα από το κύμα που έγλυφε σιγά –
σιγά την άμμο, έσκαβα με φιλόδοξη μανία ξανά και ξανά τα αυλακιά των γραμμάτων.
Αυτό ήταν το πρώτο μου μάθημα.
Ίσως να μπορεί κανείς και χωρίς μολύβι να γράψει και να ενώσει τα
σημεία. Αρκεί απλώς να βρεις ένα τρόπο.
Η Χαρά
μου ήταν απερίγραπτη! Σε σημείο που η καρδιά μου σχεδόν σταμάτησε από την ηδονή
της ανακάλυψης.
Μεγάλη
αδικία! Τώρα που τα έχασα όλα, τώρα έμαθα τον τρόπο. Τώρα πλέον είναι αδύνατο
να βρω τον καμβά που μετά μανίας είχα κάποτε κρύψει. Άλλωστε αν ήταν μία φορά
δύσκολο πριν, τώρα έπειτα από τόσα χαμένα χρόνια στη θάλασσα, ξεβρασμένος σε
αυτή την ακτή κάπου στο πουθενά, είναι γελοίο και μόνο που τόλμησα να σκεφτώ
τον καμβά.
Με ένα
βλέμμα γλυκιάς στεναχώριας έμεινα να κοιτώ για μέρες τον ωκεανό, ώσπου από
μακριά άρχισε κάτι να πλησιάζει δειλά – δειλά την ακτή, κάτι περίεργο και
γνώριμο.
Κι όμως
ήταν ο καμβάς! Σχεδόν άθικτος. Παρότι έπλεε στη θάλασσα δεν είχε πάνω του ούτε
μία σταγόνα νερό. Για στάσου μισό λεπτό, λες να είναι ακόμη μια πλάνη του μυαλού,
ένα τερτίπι αυτού του αψυχολόγητου ωκεανού που αποφάσισε έτσι ξαφνικά επειδή
μπορεί να παίξει μαζί μου;
Πήρα τον
καμβά στα χεριά μου, χωρίς να το καταλάβω όλο το νερό του ωκεανού πλημμύρισε τα
ματιά μου και άρχισα να κλαίω, δεν μπορούσα να το ελέγξω… όλα γύρω τώρα
είναι ξερά και το νησί δεν είναι πια νησί αλλά εάν κομμάτι υπερυψωμένης στεριάς
σε μια έρημο. Τα δάκρυα μου κυλούν στο πρόσωπο μου και πέφτουν σαν βόμβες στην
διψασμένη άμμο. Προσπάθησα με τα λερωμένα χέρια μου να γράψω πάνω του όμως
μάταια, ήταν σαν τίποτα να μην μπορούσε να τον λερώσει.
Τρελάθηκα!
Το κλάμα
μου πλέον γέμισε αναφιλητά… τα δάκρυα που έτρεχαν σαν ποτάμια απ’ τα μάτια μου
έγιναν πια ορμητικοί καταρράκτες που στάλαζαν απ’ το πιγούνι μου στον καμβά.
Για μια
στιγμή… λερώθηκε;
Θεέ μου!
Θαύμα;
Μόνο από
κάτι πραγματικά δικό μου μπορεί να γραφτεί αυτός ο καμβάς, για να ενωθούν οι
κουκίδες και τα σημεία.
Βούτηξα τα βασανισμένα μου δάχτυλα στα δάκρυα μου και αμέσως
ξεκίνησα να ενώνω ξανά τα σημάδια με τέτοιο ζήλο που σαν αυτόν δεν είχα ποτέ
ξανά για τίποτα άλλο στην ζωή μου.
Για μια στιγμή έφυγε το βλέμμα μου πιο λίγο παραπέρα, περιέργως
ήμουν εκεί που βρισκόμουν πριν ναυαγήσω σε αυτή την περίεργη θάλασσα.
Λιτά
ντυμένος και καθαρός.
Κοίταξα
δίπλα μου, ήσουν και εσύ όπου σταμάτησες να ενώνεις όταν είδες ένα αντρικό
όνομα πάνω στον καμβά σου.
Το
διάβασες κάπως φωναχτά.
Σε
ρώτησα, που ξέρεις το όνομα μου;
Εσύ μου
είπες ότι αυτό έγραφε ο καμβάς.
Ήρθες
κοντά μου να δεις και τον δικό μου.
Εκεί που
είχα σταματήσει, στο ίδιο σημείο με σένα, στην ίδια άκρη του χαρτιού, υπήρχε το
όνομά σου.
Μου είπες
την ιστορία με τον ωκεανό και αυτή την έρημη ακτή στο πουθενά.
-
Σςςςς… Μη μιλάς. Σώπασε ψυχή μου. Την ξέρω αυτή την ιστορία.
Ήσουν
εκεί. ήσουν εδώ. το ίδιο και εγώ. ήμασταν δίπλα αλλά τώρα κοιταχτήκαμε. τώρα
που μάθαμε πως οι καμβάδες δεν γράφονται μόνο με μολύβια αλλά με το γνήσιο
υλικό της ψυχή μας, φτάνει να το θέλουμε αρκετά.
-
Σςςςς… Ψυχή μου πάρε με αγκαλιά σφιχτά. Είμαι εδώ!